Η οικονομική κρίση και η ευθύνη της πολιτικής ελίτ.
Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010Του ΝΙΚΟΥ Γ. ΣΕΡΝΤΕΔΑΚΙ*
Mόλις έξι μήνες μετά από τις εκλογές του Οκτωβρίου 2010, οι πολίτες της Ελλάδας βιώνουν ένα από τα πλέον οδυνηρά σοκ από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους. Προεκλογικά παραπλανημένοι σχετικά με τις προοπτικές της χώρας, καλούνται αιφνιδίως να αναθεωρήσουν ριζικά ό,τι θεωρούσαν ως βεβαιότητα σχετικά με τη διαδρομή του βίου τους. Καλούνται από την κυβέρνηση που επέλεξαν να δεχθούν αδιαμαρτύρητα τη μείωση των μισθών τους, τη μείωση των συντάξεών τους, την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την επιμήκυνση του χρόνου παραμονής τους στην αγορά εργασίας, την περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την κατάργηση κάθε μορφής προστασίας της μισθωτής εργασίας.
Όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, η Νέα Δημοκρατία και ο ΛΑΟΣ, αυτές οι θυσίες επιβάλλεται να γίνουν στο όνομα του εθνικού συμφέροντος και της εθνικής σωτηρίας. Στο παραπάνω πρόταγμα εξυπακούεται ότι τούτο το εθνικό συμφέρον δεν υπηρετήθηκε από τις κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές ομάδες, τουλάχιστον τις τελευταίες δύο ή και παραπάνω δεκαετίες. Το ερώτημα που τίθεται επομένως είναι γιατί οι έλληνες πολίτες να εμπιστευθούν την τύχη τους και την όποια προοπτική εξόδου από την κρίση στους ίδιους ανθρώπους που εφάρμοσαν πολιτικές, οι οποίες οδήγησαν στην σημερινή καθολική έκπτωση του τόπου.
Ένα πρώτο θέμα που οφείλουμε να σκεφθούμε όλοι αφορά στο είδος και τη μορφή της κρίσης που μας πλήττει και μας απειλεί. Πρόκειται μόνο για μια κρίση που αφορά στο χρέος της χώρας ή για μια περισσότερο δομική κρίση της ελληνικής οικονομίας ή ακόμα περισσότερο για μια γενικευμένη κρίση του παγκοσμιοποιούμενου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού;
Είναι μάλλον προφανές, ότι η αρχική επικέντρωση της δημόσιας συζήτησης στις αδυναμίες της Ελλάδας να δανειστεί χρήματα από τις αγορές και η πρόσκαιρη απόδοση ευθυνών αποκλειστικά στους κερδοσκόπους δεν φωτίζει με τους καλύτερους όρους τις αιτίες και επομένως τις ενδεχόμενες διεξόδους από την κρίση. Το ίδιο αποπροσανατολιστική είναι η συζήτηση σχετικά με τους πολιτικούς που «έκλεψαν» και το υποτιθέμενο παλλαϊκό αίτημα να οδηγηθούν στη φυλακή ή/και να δημευθεί η περιουσία τους. Μια ευφυής προσπάθεια εξεύρεσης αποδιοπομπαίων τράγων για να συγκαλυφθούν οι συνθήκες που εκτρέφουν τόσο την ανισοκατανομή του κοινωνικού πλούτου όσο και τη συμφυή διαφθορά που τούτη συνεπάγεται.
Πράγματι, η διεθνής κρίση που εκδηλώθηκε πριν από δύο χρόνια κατέδειξε την παθογένεια του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, κυρίως ως προς την αδιαμφισβήτητη ισχύ των χρηματοπιστωτικών αγορών σε όλον τον πλανήτη. Στο πλαίσιο του συστήματος ό,τι ονομάζεται κερδοσκοπία δεν συνιστά τίποτε άλλο από νόμιμες πράξεις κατόχων και διαχειριστών κεφαλαίων σε παγκόσμια κλίμακα. Με μοναδικό κριτήριο την γρήγορη αποκόμιση κερδών, οι νομίμως κερδοσκοπούντες διαμορφώνουν τα δικά τους κριτήρια για το που θα επενδύσουν τα χρήματά τους και από που θα τα αποσύρουν. Έχοντας κερδίσει πολλά δισεκατομμύρια από τις αγορές του χρέους των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, στη βάση των νέων δεδομένων της παγκόσμιας κρίσης έκριναν ότι οι επενδύσεις τους στο χρέος μιας σειράς κρατών εμφανίζουν υψηλό βαθμό επισφάλειας και σπεύδουν να αποσυρθούν, παρασέρνοντας στην κατάρρευση ολόκληρες κοινωνίες.
Ποιος μπορεί άραγε να κατηγορήσει τις αγορές και τους επιχειρηματίες, όταν οι αστικές μας δημοκρατίες στην κορυφή των Συνταγμάτων τους με χρυσά γράμματα ιεροποιούν το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία, μάλιστα δίχως κανένα περιορισμό, ακόμα κι όταν διακυβεύεται η ίδια η κοινωνική συνοχή ή τα δημόσια αγαθά, όπως η φύση και το περιβάλλον; Υπό αυτήν την έννοια, η ευθύνη για την υφιστάμενη κατάσταση βαραίνει όχι μόνο τις φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν ανενδοίαστα τα ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα και τις λεγόμενες αγορές, αλλά και εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες αυτοκατηγοριοποιούνται ως σοσιαλιστικές και που ανερυθρίαστα έχουν υιοθετήσει τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των νεοφιλελεύθερων. Στο όνομα ενός ρεαλισμού της βαρβαρότητας οι εν Ελλάδι «σοσιαλιστές» δεν διστάζουν να θέσουν την οικονομία των αριθμών και των δεικτών υπεράνω της κοινωνίας, οδηγώντας στην φτώχεια και την απελπισία τους μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, τους συνταξιούχους και τη νέα γενιά στο σύνολό της.
Όμως η ευθύνη που φέρουν οι πολιτικές δυνάμεις δεν αφορά μόνο στις ηγεσίες τους. Εκ των πραγμάτων μερίδιο ευθύνης φέρουν και όλοι εκείνοι, οι οποίοι εμφανίζονται πάντα πρόθυμοι να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα, να αυτοκριτικάρονται δίχως απτές συνέπειες, εκ του ασφαλούς, να υπόσχονται προοπτικές που ούτε οι ίδιοι πιστεύουν, παραπλανώντας συνειδητά τους πολίτες του τόπου. Ο λόγος εδώ για τους βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου που ψήφισαν το μνημόνιο της λεγόμενης τρόικας και ετοιμάζονται να ψηφίσουν το έκτρωμα Λοβέρδου που θα καταδικάζει στη δια βίου ανασφαλή εργασία και την μακρόχρονη ανεργία, πάντα βεβαίως για λόγους εθνικού συμφέροντος.
Ευθείς λοιπόν οι ερωτήσεις προς τον τοπικό βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, με αφορμή τις δηλώσεις του στα ΜΜΕ για τη διαμαρτυρία των προέδρων των Εργατικών Κέντρων της Κρήτης στη σύσκεψη του Περιφερειάρχη την προηγούμενη εβδομάδα. Σ’ αυτές, με ύφος, δυστυχώς, πολλών καρδιναλίων απεφάνθη για την κοσμιότητα της διαμαρτυρίας τους, απευθύνοντας παραλλήλως τον ψόγο για το αίτημά τους να εκδοθεί ψήφισμα κατά των μέτρων που πλήττουν τους εργαζόμενους. Ίσως πέρα από τα νέα (εθνικώς επιβεβλημένα) οικονομικά μέτρα ορισμένοι επιχειρούν να καταγραφούν και ως τιμητές της πολιτικής ορθότητας, παραβλέποντας το όργιο της κατασπατάλησης του δημόσιου πλούτου και την ευθύνη για την οικονομική απαξίωση της χώρας που παρήγαγαν οι όμοιοί τους επί δεκαετίες. Υπό αυτήν την έννοια και ο θυμός που αναδύεται σε τούτες τις γραμμές, δίχως ουδεμία αιχμή περί του προσώπου του κυρίου βουλευτή.
Αντιθέτως μάλιστα, το ζήτημα που τίθεται αφορά στο ρόλο του βουλευτή στις σύγχρονες δημοκρατίες και στα όρια που οφείλει να θέτει ο ίδιος σε σχέση με την κοινοβουλευτική του πράξη. Εκλέγεται άραγε κάποιος βουλευτής για να υπηρετεί πρωτίστως το κόμμα του και την ηγεσία της ή τουναντίον για να υπηρετεί τους πολίτες που τον εμπιστεύτηκαν, στη βάση όχι βεβαίως των ιδιοτελών τους κινήτρων, αλλά στη βάση του προγραμματικού λόγου που δημόσια διατυπώθηκε προεκλογικά; Αν ισχύει το πρώτο, οφείλουμε τότε να συνειδητοποιήσουμε ότι η δημοκρατία μας είναι ατελής και ως εκ τούτου ατελέσφορη (εξηγούνται έτσι και τα έτη των παθών που διανύσαμε και θα διανύσουμε). Αν ισχύει το δεύτερο, ο κύριος βουλευτής οφείλει να μας εξηγήσει τους λόγους που υπερψήφισε το μνημόνιο και τους λόγους που ενδεχομένως θα τον οδηγήσουν στην υπερψήφιση του επερχόμενου νόμου για την κοινωνική ασφάλιση και την αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων.
Η επίκληση του εθνικού συμφέροντος είναι αυτονόητο ότι δεν αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο γιατί την ίδια αίσθηση περί του εθνικού συμφέροντος θα πρέπει να τη μοιράζεται και το εκλογικό σώμα που εξέλεξε την παρούσα βουλή και κυβέρνηση. Όμως, προεκλογικά το κόμμα του βουλευτού και επομένως ο ίδιος διαβεβαίωναν τους εντολοδότες πολίτες-ψηφοφόρους περί της οικονομικής ευρωστίας της οικονομίας (λεφτά υπάρχουν) και περί της διαθεσιμότητας πόρων ικανών να ικανοποιήσουν τις βιοτικές τους προσδοκίες. Το πόσο αφελείς, ανόητοι ή ψεύτες ήσαν οι πολλά υποσχόμενοι εξουσιαστές μας, σήμερα κανένα δεν ενδιαφέρει. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η προοπτική της κοινωνίας και των ανθρώπων που την απαρτίζουν.
Τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα ενδιαφέρουν οι πολιτικές που ασκούνται στο όνομά τους, πολιτικές στις οποίες σίγουρα δεν έχουν συναινέσει. Απαντήστε λοιπόν από ποιους λάβατε την εντολή να μειώσετε μισθούς και συντάξεις, να αυξήσετε τα όρια ηλικίας, να ελαστικοποιήσετε ακόμα παραπάνω τις εργασιακές σχέσεις, να καταργήσετε τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, να ξαναστηρίξετε τις τράπεζες και τους τραπεζίτες αντί τους παραγωγούς, να εκχωρήσετε την άσκηση της εθνικής πολιτικής στο ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση; Αν αισθάνεστε ότι έχετε λάβει αυτήν την εντολή από τους ψηφοφόρους σας είναι βέβαια δικαίωμά σας, και θα κριθείτε γι’ αυτό, διαφορετικά οφείλεται να αφουγκραστείτε τη λαϊκή βούληση και να πράξετε αναλόγως, είτε εντός είτε εκτός κοινοβουλίου.
Δυστυχώς για εσάς, στην παρούσα συγκυρία, διακυβεύεται η ίδια η ζωή των ανθρώπων, το μέλλον των επόμενων γενεών, και όχι τα μικροπολιτικά συμφέροντα των μηχανισμών που τόσα δεινά έχουν προξενήσει στον τόπο μας. Όπως έχει υποστηρίξει ο Max Weber, το επάγγελμα του πολιτικού συνεπάγεται την άσκησή του με όρους πολιτικής και ηθικής ευθύνης έναντι της κοινωνίας και των πολιτών, διαφορετικά καταλήγει να συμβολίζει μόνον εκείνον που ζει από την πολιτική και όχι για την Πολιτική.
Η πρόκληση είναι μεγάλη και σίγουρα σας απασχολεί τυραννικά: θα ακολουθήσετε την πεπατημένη ή θα αντισταθείτε στην ισοπέδωση της ελληνικής κοινωνίας. Η ψήφος σας εντός της Βουλής είναι η δική σας λογοδοσία προς την κοινωνία που φιλοδοξείτε να εκφράζετε άξια τη βούλησή της.
* Ο Νίκος Σερντεδάκις είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Κρήτης.
Πηγή: ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ (αν και συχνά αποφεύγει να βάζει τα δελτία τύπου μας το γιατί; άγνωστο)



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου